ΠΡΩΘΙΕΡΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

ΟΙ ΠΡΩΘΙΕΡΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ 
ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

FIRST HIERARCHS OF THE
 GENUINE ORTHODOX CHURCH OF GREECE



Ο Μητροπολίτης Δημητριάδος ΓΕΡΜΑΝΟΣ (1935- 1937)

Metropolitan of Demetrias GERMANOS




Τέκνον τῶν Ἀνδρέου καί Ἀγγελικῆς Μαυρομμάτη ἐγεννήθη στήν ἱστορική νῆσο τῶν Ψαρῶν. Κατήγετο ἀπό οἰκογένεια Μπουρλοτιέρηδων. Τά γυμνασιακά του μαθήματα τελείωσε στό Γυμνάσιο τῆς Χίου. Τίς θεολογικές του σπουδές ὁλοκλήρωσε στή Θεολογική Σχολή τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου. Ἀναγορεύθηκε διδάκτωρ τῆς Θεολογίας, χειροτονήθηκε Διάκονος ἀπό τόν ἀείμνηστο Μητροπολίτη Ἀθηνῶν Γερμανό Καλλιγᾶ (1889-1896), ὁ ὁποῖος ἐκτίμησε τά προσόντα τοῦ νεαροῦ καί εὐέλπιδος κληρικοῦ. Στήν φιλική παράκληση τοῦ ἀειμνήστου Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Σωφρονίου τοῦ Βυζαντίου ὁ ὁποῖος τοῦ ζήτησε ἕναν εὐπαίδευτο καί ἱκανό κληρικό γιά τήν διεύθυνση τῶν Πατριαρχικῶν γραφείων Ἀλεξανδρείας, ὁ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν συνέστησε σ’ αὐτόν τόν Γερμανό Μαυρομμάτη. Στήν θέση αὐτή ὁ δραστήριος κληρικός ἀπέκτησε φήμη ἡ ὁποία τόν βοήθησε ἀργότερα νά ἐπιστρέψῃ στήν Ἑλλαδική Ἐκκλησία ὡς ἱεροκήρυκας. Μετά τό θάνατο τοῦ Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας (22/8/1899) ὁ ἐκεῖ χειροτονημένος Ἀρχιμανδρίτης Γερμανός πόθησε νά ὑπηρετήσει στήν Ἐκκλησία τῆς ἐλεύθερης Ἑλλάδος καί ἔτσι κατῆλθε καί διορίστηκε ἱεροκήρυκας Δημητριάδος, Θεσσαλιώτιδος καί Ἠλείας. Καί σ’ αὐτή τή νέα ὑπηρεσία ἐπέδειξε σπάνια σεμνότητα στό βίο του καί πολλές ἄλλες χριστιανικές ἀρετές, καί γι’ αὐτό προσέλκυσε τήν ἀμέριστη ἐκτίμηση, τό σεβασμό καί τήν ἀγάπη ὅλων ὅσων τόν γνώρισαν ὡς ἱεροκήρυκα καί κληρικό.
Στή Μητρόπολη Δημητριάδος ὑπηρέτησε γιά ἕξι χρόνια, ἀπό τό 1901 μέχρι τό 1907. Ἦταν σεμνός, ἠθικός, μειλίχιος, πράος, μετριόφρονων, εὔγλωττος, εὐπαίδευτος, ἀφιλοχρήματος, ἁπλοδίαιτος, κατέκτησε εὐθύς ἀμέσως τή συμπάθεια καί τήν ἀγάπη ὅλων ὅσων τόν πλησίαζαν καί συνομιλοῦσαν μαζί του. Ἔτσι ἐξηγεῖται ὅτι ὅταν ἔμεινε κενός ὁ θρόνος, μετά τόν θάνατο τοῦ Μητροπολίτου Δημητριάδος Γρηγορίου Φουρτουνιάδου, ὅλος ὁ λαός τῆς Μαγνησίας ἀπέβλεψε πρός τόν ἀγαπητό ἱεροκήρυκα, ὡς τόν μόνο ἐνδεδειγμένο καί κατάλληλο γιά νά ἀνέλθει στόν ἔνδοξο Μητροπολιτικό θρόνο. Ἡ Ἱερά Σύνοδος ἀποδέχτηκε τήν ὁμόφωνη καί ἐπίμονη ἐπιθυμία τοῦ λαοῦ τῆς πόλεως τοῦ Βόλου καί τῶν περιχώρων, ἐξέλεξε τό Γερμανό ὡς Ἐπίσκοπο Δημητριάδος, ἡ δέ κυβέρνηση πρόθυμα ἐνέκρινε τήν ἐκλογή του. Τήν 10η Αὐ­γούστου 1907 πραγματοποιήθηκε στήν Ἀθήνα ἡ χειροτονία τοῦ νέου Ἀρχιερέως μέ κάθε ἐπισημότητα, μέ τήν παρουσία ὅλων τῶν βουλευτῶν τῆς ἐπαρχίας τοῦ Βόλου, τοῦ Νομάρχη Μαγνησίας καί πολλῶν εὑρισκομένων στήν Ἀθήνα, τότε, γιά ὑποθέσεις τῶν Θεσσαλῶν. Ἡ Ἱερά Σύνοδος ἐκλέγει τόν Γερμανό Μητροπολίτη Δημητριάδος καί τήν 10ην Αὐγούστου 1907 γίνεται ἡ χειροτονία του στόν Μητροπολιτικό Ναό Ἀθηνῶν. Τήν ἑπομένην οἱ ἐφημερίδες τῶν Ἀθηνῶν «Ἀκρόπολις» καί «Ἡμέρα» ἀφιερώνουν περί αὐτοῦ μακρά ἐγκωμιαστικά ἄρθρα. Ἡ ἐνθρόνισή του γίνεται τήν 31ην Αὐγούστου στόν Βόλο παρισταμένου καί τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν Θεοκλήτου. Ὁ νέος Ἐπίσκοπος θέτει εὐθύς ἀμέσως «τήν χεῖρα ἐπί τό ἄροτρον» χωρίς «νά στραφῇ εἰς τά ὀπίσω» καί μέ τήν χαρακτηριστική του δραστηριότητα καί τόλμη ἐπιβάλει χρηστή διοίκηση στήν Ἱ. Μονή Ξενιᾶς. Ἀνοικοδομεῖ ἐκ βάθρων αὐτήν τήν Μονή ἀφοῦ πρῶτα μερίμνησε γιά τήν κατασκευή ἁμαξιτῆς ὁδοῦ γιά τήν μεταφορά τῶν ὑλικῶν, ἐπιστρατεύοντας ἀκόμη καί τούς Μοναχούς τῆς ἀδελφότητος καί δίνοντας τό παράδειγμα ὁ ἴδιος ἐργαζόμενος ὡς ἐργάτης. Πλούτισε τήν Μονή αὐτή μέ πολύτιμα κειμήλια καί πλῆθος βιβλίων. Μέ ἐνέργειές του καί δικαστικούς ἀγῶνες κατά τοῦ Δημοσίου, διέσωσε τήν Μοναστηριακή περιουσία (100.000 στρέμματα) τῆς Ἱ. Μονῆς Φλαμουρίου, τήν ὁποία ἐπίσης ἀνακαίνισε ἐκ βάθρων.
Μέ δικά του ἔξοδα, ἀγόρασε οἰκόπεδο καί ἀνέγειρε Ἐπισκοπεῖο καί Ναό ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου νεομάρτυρος Ἀποστόλου. Αὐτά ἀργότερα τά μεταβίβασε στό νομικό πρόσωπο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Ἐπιζητεῖ μέ κάθε τρόπο νά στηρίξει δυναμικῶς τό ἐπισκοπικό κύρος καί νά περιφρουρήσει τά δίκαια τῆς Ἐκκλησίας. Στήν προσπάθειά του αὐτή ἔρχεται σέ σύγκρουση μέ τά τοπικά κόμματα, τά ὁποῖα ἐπεδίωκαν νά σφετεριστοῦν τά δικαιώματα διορισμοῦ τῶν ἱερο­ψαλτῶν καί νεωκόρων στούς ἐνοριακούς ναούς. Ἡ ἔριδα προκαλεῖται ἀπό τόν Ἱερό Ναό Ἁγίου Νικολάου Πορταριᾶς καί λαμβάνει πανελλήνια ἔκταση, μέ τήν δημιουργία τοῦ ζητήματος τοῦ γνωστοῦ ὡς «τῶν ψαλτῶν καί νεωκόρων» (1908-09), πού ἔληξε μέ τήν ἐπικράτηση τῶν κανονικῶν δικαίων τῆς Ἐκκλησίας. Τό 1909 ὑποκινεῖ μαζί μέ τόν Λαρίσης Ἀμβρόσιο τήν ἐκκλησιαστική ἀναδιοργάνωση, δίχως ὅμως συνέπειες, λόγω τῆς συνετῆς στάσεώς του καί τό 1910 ἐπικεφαλῆς τῶν χριστιανῶν καί τῆς συντηρητικῆς μερίδας τοῦ Βόλου, ἐλέγχει τό ὑπό τοῦ «Ἐκπαιδευτικοῦ ὁμίλου» Γληνοῦ-Δελμούζου μεταρρυθμιστικό παιδαγωγικό σύστημα τό εἰσαχθέν στό Ἀνώτερο Παρ­θεναγωγεῖο Βόλου. Ὁ ἔλεγχος δέ ἐκεῖνος λαμβάνει πανελλήνιες διαστάσεις καί γίνεται ἡ ἀπαρχή τῶν περίφημων «Ἀθεϊκῶν» (1910-1914). 
Κατά τούς πολέμους 1912-13, στηρίζει τόν λαό καί τούς στρατευομένους μέ πατριωτικούς λόγους. Οἱ ἐπίμονοι ἀγῶνες τοῦ Γερμανοῦ ὑπέρ τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν ἐθνικῶν παραδόσεων, ἐνισχύουν τήν προβολήν του, ὡς τοῦ ἐπικρατέστερου ὑποψηφίου γιά τόν θρόνο τῶν Ἀθηνῶν. Τό 1919 εἶναι πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς γιά τήν ἐξέτασιν τοῦ δυνατοῦ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νέου Ἡμερολογίου (ἡ ὁποία εἰσηγεῖται ἐναντίον τῆς εἰσα­γωγῆς του στήν θ. λατρεία) καί τήν 8ην Μαρτίου 1923 ἦταν συνυποψήφιος μέ τόν Χρυσόστομο Παπαδόπουλο (ὁ ὁποῖος τελικῶς ἐξελέγη) γιά τόν θρόνο τῶν Ἀθηνῶν. Κατά τήν Σύνοδο πού συνεδρίασε τήν 27/12/1923 γιά τό ἡμερολογιακό θέμα ἐζήτησεν ἀπό τόν Χρυσόστομο Παπαδόπουλο τίς ἀπαντήσεις τῶν Πατριαρχῶν γιά τό ζήτημα τοῦτο, οἱ ὁποῖες ὅμως ἀπεκρύβησαν ἀπό τόν Χρυσόστομο, γι’ αὐτό καί μειοψήφησε γιά τήν μεταρρύθμισιν, μετά τοῦ Πατρῶν Ἀντωνίου, Χαλκίδος Γρηγορίου καί τοῦ Θήρας Ἀγαθαγγέλου. Τήν 4ην Ἰουλίου 1926 διαμαρτύρεται γιά τίς διώξεις τῶν ὀπαδῶν τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου καί τήν 11ην Ὀκτωβρίου 1933 ἐνώπιον τῆς Ἱεραρχίας ἀναπτύσσει τήν σημασίαν τοῦ Πασχαλίου Κανόνος ἀπό πανορθοδόξου πλευρᾶς, ἐπιτυγχάνοντας νά στηρίξει τήν γνώμην του διά ψήφων 46 κατά 5. Ἡ ἧττα τῆς ἀπόψεως Χρυσοστόμου ἐνισχύει τήν ἀντίθεσή του καί οὗτος τόν καταγγέλει στόν ὑπουργόν Παιδείας καί Θρησκευμάτων «ἐπί διοικητικῇ καί ἠθικῇ ἀνεπαρκείᾳ» συνεπικουρούντων τῶν Μητροπολιτῶν Φλωρίνης Χρυσοστόμου, Δράμας Βασιλείου, Σάμου Εἰρηναίου, Ἀκαρνανίας Ἱεροθέου κ.ἄ. ἄνευ ὅμως ἀποτελέσματος. Νέο ἔναυσμα δόθηκε μέ τήν ἐκλογή καί χειροτονία σέ βοηθόν ἐπίσκοπον, τοῦ τότε πρωτοσυγγέλου Ἀθηνῶν Ἰακώβου Βαβανάτσου (μετέπειτα Ἀθηνῶν) τήν 11/1/1935 ὑπό τόν τίτλον τοῦ Χριστουπόλεως, κατά παράβασιν τοῦ ἰσχύοντος τότε Kαταστατικοῦ Χάρτου, ὁ ὁποῖος στό ἄρθρο 11 ρητῶς ἔγραφε: «ὁ θεσμός τῶν βοηθῶν ἐπισκόπων καταργεῖται». Ὁ Γερμανός κατέφυγε εἰς τό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας καί μαζί μέ ἄλλους ἀρχιερεῖς ἐζήτησε ἔκτακτη σύγκληση Συνοδικοῦ Δικαστηρίου διά νά δικάσει τήν Διαρκή Σύνοδο γιά τήν ὑπόθεσιν Ἰακώβου. Μετέβη δέ καί στόν τότε πρωθυπουργόν μαζί μέ ἄλλους δυό ἀρχιερεῖς, ζητώντας τήν ἐκκαθάριση τοῦ Κλήρου «ἐκ τῶν φαύλων καί ἀνήθικων στοιχείων». Στήν προσπάθειά του νά ἀνατρέψει τόν Ἀθηνῶν Χρυσόστομο καί νά συντελέσει στήν ἐπάνοδο τοῦ συντηρητικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καθεστῶτος, ἦλθε σέ διαπραγματεύσεις μέ μέλη τῆς Κυβέρνησης Κονδύλη καί θρησκευτικῶν ὀργανώσεων. Μέ τό μέρος του ἐτάχθη ἡ «Κοινότης τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν» καί τά ἀνά τήν Ἑλλάδα παραρτήματά της.
Ὀπαδός δυναμικῶν λύσεων, μέ δοκιμασμένο ψαριανό θάρρος καί ἀγωνιστικότητα, δέχεται μετά τῶν πρ. Φλωρίνης Χρυσοστόμου Καβουρίδου καί Ζακύνθου Χρυσοστόμου Δημητρίου, τήν ἀπό 13/26-5-1935 πρότασιν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῶν Γ.Ο.Χ. καί ἀναλαμβάνει ὡς Πρόεδρος μετά τῶν ἄλλων ἀρχιερέων «τήν πνευματικήν διοίκησιν καί ἐκκλησιαστικήν ποιμαντορίαν τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν». Τήν 13/26ην Μαΐου 1935 σέ πανηγυρική λειτουργία στόν Ἱερό Ναό Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Κολωνοῦ, ἐνώπιον 25.000 λαοῦ, χαιρετίζει τούς ἀκολουθοῦντας τό πάτριον ἑορτολόγιον καί καταγγέλλει τούς καινοτόμους. Τήν 15/28ην Μαΐου δι’ ὑπομνήματος πρός τήν Ἱ. Σύνοδο διαμαρτύρονται γιά τήν «μονομερή καί ἀντικανονικήν εἰσαγωγήν τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου» καί διακόπτουν «τήν μετ’ αὐτῆς ἐκκλησιαστικήν ἐπικοινωνίαν». Ὁ Ἀθηνῶν Χρυσόστομος καί ἡ τότε Σύνοδος θεωρεῖ τήν ἐνέργεια τῶν τριῶν Ἀρχιερέων ὡς πραξικόπημα καί τούς εἰσάγει τόν Ἰούνιο 1935 σέ δίκη αὐτούς καί τούς ὑπ’ αὐτῶν ἐν τῷ μεταξύ χειροτονηθέντας ἐπισκόπους: Κυκλάδων Γερμανό Βαρυκόπουλο, τέως προϊστάμενον Ἁγίου Ἀλεξάνδρου Π. Φαλήρου, Μεγαρίδος Χριστόφορο Χατζῆ, στρατιωτικόν ἱερέα, Διαυλείας Πολύκαρπον Λιώση, προϊστάμενον Ὑπαπαντῆς Πει­ραιῶς, καί τόν Ἡγούμενο τῆς Μονῆς Πευκοβουνογιατρίσσης Κερατέας, Βρεσθένης Ματθαῖον Καρπαθάκην. Ὅλοι «καθαιροῦνται» καί καταδικάζονται σέ πενταετή ἐξορία! Ἔτσι συλλαμβάνεται καί ὁδηγεῖται γιά λίγο εἰς τήν Μονήν Χοζοβιωτίσσης Ἀμοργοῦ. Ὁ θρόνος τῆς Δημητριάδος προσφέρθηκε στόν Θεσσαλιώτιδος Ἰεζεκιήλ, ἀλλά δέν ἔγινε ἀποδεκτός καί τέλος ἐπληρώθη διά τοῦ Φωκίδος Ἰωακείμ. Ὁ Γερμανός δι’ ὑπομνήματός του πρός τόν ὑπουργόν Παιδείας (2/12/1935) αἰτεῖ ἐπάνοδον εἰς τήν Μητρόπολίν του. Τοῦτο παρεξηγεῖται ἀπό κάποιους καί δι’ ἐπεξηγηματικῆς ἐπιστολῆς (12/1/1936) διευκρινίζει ὅτι δέν αἰτεῖ μετάνοιαν, ἀλλά δικαιοσύνην.
Μετά τήν ἐπιστροφή του ἀπό τήν ἐξορία, ὁ Δημητριάδος Γερμανός ἀνέλαβε πάλι τά καθήκοντα τῆς Προεδρίας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῶν Γ.Ο.Χ., στήν ὁποία – τότε – εἶχαν μείνει τέσσερις Ἀρχιερεῖς: ὁ ἴδιος, ὁ πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης, ὁ Κυκλάδων Γερμανός Βαρυκόπουλος καί ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος Καρπαθάκης. Οἱ ὑπόλοιποι τρεῖς δέν ἄντεξαν τό διωγμό καί ὑπαναχώρησαν στόν νεοημερολογιτισμό. Το 1937 ακολουθεί την κακόδοξη εκκλησιολογία του πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου περί "εν δυνάμει και ουχί ενεργεία" σχίσματος των Καινοτόμων. Οι εμμένοντες στην Ορθόδοξη Ομολογία Αρχιερείς, Βρεσθένης Ματθαίος και Κυκλάδων Γερμανός, διακόπτουν την εκκλησιαστική κοινωνία μετά των κακοδοξούντων Ιεραρχών. Το 1943 διαφώνησε με τον πρώην Φλωρίνης και αποσύρθηκε της ενεργού δράσης, ιδιωτεύων και ιερουργών κατά μόνας. Το 1944 απεβίωσε και ετάφη υπό των συγγενών του ως Επίσκοπος της Καινοτόμου Εκκλησίας.




Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΤΘΑΙΟΣ Ο ΝΕΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, ΜΥΡΟΒΛΗΤΗΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ (Γ.Ο.Χ.) ΑΘΗΝΩΝ (1937-  +1950)

Archbishop of Athens and all Hellas Saint MATTHEW the Confessor and Myhrr- Streamer



Γεννήθηκε την 1η Μαρτίου 1861, στο χωριό Πανεύθυμο της Κρήτης. Ήταν γόνος ευσεβούς οικογένειας και το δέκατο τέκνο του ευλαβούς ιερέως Χαραλάμπους και της πρεσβυτέρας Κυριακής. Στην ιερά Κολυμβήθρα έλαβε το όνομα Γεώργιος. Στην ηλικία 12 ετών, εισέρχεται στην ιερά Μονή Θεοτόκου Χρυσοπηγής (Χανιά Κρήτης), όπου και προχειρίζεται αναγνώστης. Τέσσερα έτη αργότερα, αναχωρεί εκ της Ιεράς Μονής, κατ’ εντολή του Γέροντος του και πηγαίνει στην Αλεξάνδρεια, προς συμπλήρωση των Γυμνασιακών του σποδών, τις οποίες περάτωσε κατά το έτος 1880. Μετά την αποπεράτωση των Γυμνασιακών σπουδών, μεταβαίνει στα Ιεροσόλυμα, όπου γνωρίζεται με τον τότε Πατριάρχη Ιερόθεο ο οποίος, διαβλέπων το θεοσεβή χαρακτήρα του, τον εισάγει στην Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού. Εκεί είχε συμφοιτητές τους μετέπειτα πρωτεργάτες του Ημερολογιακούς Σχίσματος, Μελέτιο Μεταξάκη και Χρυσόστομο Παπαδόπουλο.
Το 1885 αποφοιτά και χειροτονείται διάκονος. Θιασώτης της ερημικής ζωής καθώς ήταν, παρόλο ότι ο Πατριάρχης Νικόδημος τον προόριζε διά τις ανώτερες τάξεις των κληρικών του Πατριαρχείου, λαμβάνει την άδεια του, για να μεταβεί στο Άγιο Όρος. Στη Σκήτη της Αγίας Άννης υποτάσσεται στον ασκητικότατο και αυστηρότατο Γέροντα Νεκτάριο, από τον οποίο χειροτονείται μεγαλόσχημος Μοναχός και λαμβάνει το όνομα Ματθαίος. Μετά πάροδο επτά ετών υποταγής και υπακοής, ο διάκονος Ματθαίος λαμβάνει το αξίωμα της Ιεροσύνης. Χειροτονείται Ιερομόναχος και καθίσταται ένας από τους πλέον διακεκριμένους πνευματικούς του Αγίου Όρους. Οι σύγχρονοι του Αγιορείτες τον ονόμαζαν Μέγα Πνευματικό. Σε τέτοιο δε σημείο τον ανέβασε η ολοκληρωτική του αυταπάρνηση του, η ζέουσα πίστη του, ώστε να επιζητεί και να παρακαλεί τον Θεό να τον αξιώσει να λάβει μαρτυρικό θάνατο διά την αγάπη Του. Είχε στενή πνευματική επαφή με τον Άγιο Νεκτάριο, ο οποίος έδωσε στον Άγιο Πατέρα το οφίκιο του Πνευματικού.
Το 1924, με την γενόμενη παράνομη και αντορθόδοξο εισαγωγή του καταδικασμένου Φραγκικού (Νέου) Ημερολογίου, ο Ιερομόναχος ,τότε, Ματθαίος ελέγχει το σχίσμα και αγωνίζεται κατ’ αρχάς για την επαναφορά της καινοτόμου «Εκκλησίας» στην προ του 1924 κατάσταση. Όταν, όμως, είδε πόσο ο Παπισμός και ο κρυφός μέχρι τότε Οικουμενισμός είχαν εισχωρήσει στους Καινοτόμους, τότε φρόντισε για τη διαφύλαξη και διοργάνωση της Ακαινοτομήτου Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. (κατόπιν εντολής της ίδιας της Κυρίας Θεοτόκου, που του παρουσιάστηκε στο Άγιο Όρος, στο σπήλαιο της ασκήσεως του). Συγχρόνως, δεν έπαυε να γράφει και επιστολές στα εν Αθήνα Πνευματικά του τέκνα και να διαφωτίζει τους πιστούς περί της καινοτομίας του Νέου Ημερολογίου. Επίσης, εντός του Αγίου Όρους, εγείρει με άλλους ζηλωτές Αγιορείτες Πατέρες, πνευματικό συναγερμό, με αποτέλεσμα να γίνει μισητός στους ιθύνοντες της κοινότητας του Αγίου Όρους και να του απαγορευτεί ακόμη και να εξέρχεται εκ της καλύβας του.
Τον Οκτώβριο του 1926, κατέρχεται στην Αθήνα και αναλαμβάνει πρώτος των εξ Αγίου Όρους κατελθόντων Ιερομονάχων την πνευματική διαποίμανση των Γ.Ο.Χ. Είχε κατορθώσει διά φλογερών κηρυγμάτων του και των διαφόρων διδακτικών επιστολών και εγκυκλίων, να αυξήσει τον θείο ζήλο και την αυταπάρνηση των τέκνων του και τόσο είχαν προοδεύσει στην αρετή και την εν Χριστώ ζωή, ώστε ανεπιφυλάκτως δυνάμεθα να πούμε ότι οι πιστοί Γ.Ο.Χ. της εποχής αυτής ήταν στην αρετή εφάμιλλοι, εν πολλοίς, των Χριστιανών των πρώτων αιώνων. Τεράστια υπήρξε επίσης η συμβολή του στην άνθηση του Μοναχισμού, με την ίδρυση των δύο μεγάλων και περίλαμπρων κοινοβιακών Ιερών Μονών Εισοδίων της Θεοτόκου (1927) και Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (1934), που έγιναν τα προπύργια της Ορθοδοξίας επί της γης. Κατά το έτος 1935, κοινή επιθυμία κλήρου και λαού, χειροτονήθηκε Επίσκοπος Βρεσθένης, από τον τότε Αρχιεπίσκοπο... (Δημητριάδος Γερμανό) και δύο άλλους Αρχιερείς (οι οποίοι επέστρεψαν στην Ορθοδοξία από το Νέο Ημερολόγιο).
Μετά την πτώση των Αρχιερέων των Γ.Ο.Χ. στην κακοδοξία (άλλοι πήγαν πάλι στο Νέο Ημερολόγιο και άλλοι ακολούθησαν τον (πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομο) Καβουρίδη με το Αιρετικό «Δυνάμει και ουχί Ενεργεία», για το καταδικασμένο πεντάκις φορές Φραγκικό Νέο Ημερολόγιο) ο Άγιος Πατήρ προσπάθησε να τους επαναφέρει στον Ορθόδοξο Δρόμο, αλλά ματαίως αυτοί έμειναν στην Κακοδοξία τους. Την 1η Σεπτεμβρίου 1948, οδηγούμενος υπό του Παναγίου και Τελεταρχικού Πνεύματος πραγματοποιεί την πρώτη χειροτονία, μια και ήταν ο μόνος Ορθόδοξος Επίσκοπος επί γης, και μετ’ αυτού χειροτονεί άλλους τρεις. Έτσι συνεχίσθηκε η μετάδοση της Αποστολικής Διαδοχής. Την 1η Σεπτεμβρίου 1949, ανακηρύχτηκε παρά της πενταμελούς Ιεράς αυτού Συνόδου, Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος των Γνησίων Ορθόδοξων Χριστιανών, Αρχιερατεύσας συνολικά (15) έτη. Εκοιμήθη την 14η Μαΐου 1950.
Πολλά θαύματα και ιατρείες επιτελέσθηκαν και επιτελούνται από τον Άγιο Πατέρα Ματθαίο. Ήταν εφάμιλλος των μεγάλων Αγίων, ώστε και Απόστολο να ονομάσουμε αυτόν αρμόζει, αλλά και Προφήτη, εάν τον ονομάσουμε και τούτο το όνομα διά των έργων απέκτησε, διότι και τα μέλλοντα ως παρόντα προέλεγε και τον μέγα Παγκόσμιο Πόλεμο και τον εμφύλιο σπαραγμό και πολλά άλλα γεγονότα ακριβώς προφήτευσε. Αυτός, εξ όλων των ιεραρχών της οικουμένης, κράτησε αληθώς αναλλοίωτη την Ορθοδοξία και κατεύθυνε το σκάφος της Εκκλησίας σε λιμένα ασφαλή και σωτήριο.
Κοινή είναι η συμφορά, παγκόσμιο το κακό, οικουμενική η δυστυχία, αλλά ας είναι ευλογητός ο Θεός των Πατέρων ημών, διότι την μεν ψυχή αυτού εν ουρανοίς μακάρια εποίησε, το δε σώμα του κρήνη μύρα αναβλύζουν αενάως, εις παρηγορία μας και προσκύνηση. Τόσο κατά το διάστημα της κηδείας του, όσο και κατά την εναπόθεση του σεπτού νεκρού στον Ιερό Ναό της Αγίας Μαρίνης και κατόπιν παρά το τάφο του, έτρεξε άφθονο μύρο από τους σεπτούς του πόδας, σε έκπληξη πάντων των παρεστώτων, οι οποίοι έλαβαν σε ευλογία. Η ευωδία του Μύρου ήταν άρρηκτος και ανήκαστος, ως μαρτυρείται παρά πάντων των ευσεβών κληρικών και λαϊκών. Όχι δε μόνο κατά την ώρα της κηδείας και του ασπασμού ανέβλυσε το Μύρο, αλλά πολύ περισσότερο κατά την ώρα της ταφής και μετά της επόμενης ημέρας, ως ακόμη και μέχρι σήμερα ευωδιάζει. Το όνομα αυτού τιμάει όχι μόνο τον Αρχιεπισκοπικό θρόνο της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος αλλά και τον κλήρο συμπάσης της Ανατολικής του Χριστού Εκκλησίας, την δε αλήθεια αυτήν ομολογούν οι εγγύς και μακράν. Ήταν ζηλωτής ως ο Προφήτης Ηλίας, αγαπούσε το Θεό ως ο Ιωάννης ο Θεολόγος, αγαπούσε και τον πλησίον του ως την εαυτού ψυχή και φρόντιζε πάντοτε διά την σωτηρία του. Μία εκ των τελευταίων εντολών του ήταν: «ΚΡΑΤΑΤΕ ΥΨΗΛΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΝ ΚΑΙ ΘΥΣΙΑΣΘΕΙΤΕ ΥΠΕΡ ΑΥΤΗΣ». Στους σημερινούς χαλεπούς και προδρομικούς καιρούς, εμείς πρέπει να εμποτιζόμαστε εκ των Ναμάτων της Αγίας Παραδόσεως, να συνδεόμαστε μετά των Αγίων Πατέρων, να γίνεται ζέουσα η πίστη μας, έχοντες προ οφθαλμών μας και τον Άγιο Ιεράρχη Ματθαίο τον Νέο Μυροβλύτη ο οποίος δύο πράγματα φύλαξε και έγινε ΜΕΓΑΣ στην εποχή μας: ΤΗΝ ΑΝΟΘΕΥΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΝ ΠΙΣΤΗ και την ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΔΟΧΗ!




Ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κυρός  ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ (1950- 1958)

Metropolitan of Thessalonica DEMETRIOS

Κατά κόσμον Δήμος Ψαροθεοδωρόπουλος γεννήθηκε το 1902 στο Γαλαξείδι Παρνασίδος από γονείς ευσεβείς, από τούς οποίους ανατράφηκε «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου». Οι γονείς του εμφύτευσαν στην παιδική του ψυχή τα πρώτα σπέρματα της ευσέβειας και του Χριστιανικού ζήλου, τα οποία διατήρησε μέχρι την τελευταία του αναπνοή.
Μετά την αποφοίτησή του από το τότε Σχολαρχείο εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, όπου ασχολήθηκε με το εμπόριο, χωρίς να παραμελεί την μελέτη του λόγου του Θεού και τα πνευματικά του καθήκοντα. η ευλάβεια του φάνηκε περισσότερο το 1924, όταν μαζί με χιλιάδες άλλους πιστούς δεν δέχτηκε την εισαγωγή της Παπικής καινοτομίας του Νέου Ημερολογίου. Μαζί με άλλους αγωνιστές της Γνήσιας Ορθοδοξίας έτρεχε νύκτα στα εξωκκλήσια για να λειτουργηθεί, μακριά από το βλέμμα του καινοτόμου Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Παπαδόπουλου και των οργάνων του.
Αξιώθηκε να παρευρεθεί στην ιστορική αγρυπνία της 13ης προς 14η Σεπτεμβρίου 1925 στο Μονύδριο Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου, κατά την οποία εμφανίσθηκε ο Τίμιος Σταυρός, «Θεόθεν βεβαίωσις» του Ιερού Αγώνος υπέρ της Γνήσιας Ορθοδοξίας. Το θαύμα αυτό συγκλόνισε την ψυχή του νεαρού Δήμου, ο οποίος αύξησε τούς αγώνες του, ώστε το 1942 να «εξέλθη του κόσμου και των εν τω κόσμω» και να ασπαστεί τον Μοναχικό Βίο. Εντάχθηκε στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως Σωτήρος Κουβαρά Αττικής, υπό τον Πρόμαχο της Ορθοδοξίας Ματθαίο Καρπαθάκη, τότε Επίσκοπο Βρεσθένης. Στη μονή επέδειξε ζήλο στα μοναχικά καθήκοντα και τις εργασίες, υπακοή στους πρωεστώτες, αυταπάρνηση και αγάπη προς τούς αδελφούς και αξιώθηκε του Μεγάλου και Αγγελικού Σχήματος, αλλά και της Ιερωσύνης.
Το 1947 χειροτονήθηκε Διάκονος και Πρεσβύτερος από τον Γέροντά του Επίσκοπο Ματθαίο. Το 1948, κατά πρώτη ανασυγκρότηση της Ιεράς Συνόδου της Γνήσιας Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος, «ψήφω Κλήρου και λαού»,  εξελέγη Επίσκοπος και χειροτονήθηκε για την ιστορική έδρα της Θεσσαλονίκης, από τον Γέροντά του Επίσκοπο Βρεσθένης Ματθαίο και τούς προ αυτού χειροτονηθέντες Αρχιερείς Τριμυθούντος Σπυρίδωνα και πρώην Πατρών Ανδρέα.
Ως Επίσκοπος συμμετείχε στον Αφορισμό της Μασωνίας (1949) και την εκλογή του Επισκόπου Ματθαίου σε Αρχιεπίσκοπο Αθηνών (1949), επισκέφθηκε πολλές φορές ναούς και ενορίες της κεντρικής και βορείου Ελλάδος, τέλεσε εγκαίνια Ναών, κ.λπ. Παράλληλα διώχθηκε από την Νεοημ. Εκκλησία, κυρίως κατά την περίοδο του μεγάλου διωγμού του καινοτόμου Αρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος Βλάχου (1950 – 1956).
Το 1950, μετά την κοίμηση του Αρχιεπισκόπου Ματθαίου, ανέλαβε την προεδρεία της Ιεράς Συνόδου και την τοποτηρητεία της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, την οποία παρέδωσε το 1956 στον νεοεκλεγέντα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Αγαθάγγελο .Ως Τοποτηρητής προήδρευσε όλων των συνεδριάσεων της Ιεράς Συνόδου, της Κληρικολαϊκής Συνάξεως του 1958, της εκλογής των Αρχιερέων Μεσσηνίας Χρυσοστόμου (1952), Θηβών και Λεβαδείας Ιωάννου (1952), Τρίκκης και Στεγών Βησσαρίωνος (1952), Βρεσθένης Ματθαίου Β’ (1952), Αττικής και Μεγαρίδος Μελετίου (1952), Μεσσηνίας Γρηγορίου (1956), Κιτίου Επιφαίνου (1956), Πειραιώς Ανθίμου (1957), Σαλαμίνος Θεοκλήτου (1957) και Τήνου Αγαθάγγελου (1957), των  οποίων τις χειροτονίες τέλεσε, του Αφορισμού του Χιλιασμού (1963), συνάξεων των Ιερού Κλήρου, καθώς και δημοσίων εκκλησιαστικών εκδηλώσεων (κατάθεσις στεφάνου στο Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτου το 1949, καταδύσεις του Τιμίου Σταυρού στο Φαληρικό Δέλτα και την Θεσσαλονίκη), κ.α.
Ποίμανε τούς Γνησίους Ορθοδόξους της Μακεδονίας και της Θράκης με έδρα τον ιστορικό Ναό του Αγίου Γεωργίου Θεσσαλονίκης (τον οποίο ευτύχησε να εγκαινιάσει) και διαμονή ένα πτωχό κελλάκι δίπλα στο ναό!
Απεβίωσε την 31η Δεκεμβρίου 1976 στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο των Αθηνών, όπου ενοσηλεύετο από μακρου χρόνου. Το ιερό σκήνος του μεταφέρθηκε στην Ιερά Μονή Παναγίας Πευκοβουνογιατρίσσης Κερατέας, όπου εκτέθηκε σε τριήμερο λαϊκό προσκύνημα. Ἡ εξόδιος Ακολουθία του εψάλλη την Κυριακή 1η Ιανουαρίου 1977 στο προς τιμήν των Εισοδείων της Θεοτόκου Καθολικό της Μονής, προεξάρχοντος του πρώην Ανδρέου, συμπαραστατουμένου οπό των Σεβ. Αρχιερέων Κορινθίας Καλλίστου, Τρίκκης και Σταγών Βησσαρίωνος, Αττικής Ματθαίου, Πειραιώς Νικολάου, Αργολίδος Παχωμίου και Κρήτης Ευμενίου και 24 Ιερέων και Διακόνων. Επικήδειους λόγους εκφώνησαν ο Πατρών Ανδρέας και ο Αρχιμανδρίτης Ευθύμιος Ἐπιφανίου. Το σκήνωμα του μεταστάντος Αρχιερέως ενταφιάστηκε στο Κοιμητήριο των Αρχιερέων, στο παρεκκλήσιο του Αγίου Μόδεστου.


 Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρός ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΣ (1958- 1967)

Archbishop of Athens and all Hellas AGATHANGELOS

Κατά κόσμον Αγαθάγγελος Ελευθερίου, γεννήθηκε το 1888 στην Πρίγκηπο της Κωνσταντινουπόλεως, από γονείς ευσεβείς, τον Ελευθέριο και την Θεοφανώ. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές φοίτησε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή. Μετά την αποφοίτησή του προσλήφθηκε από τον Μητροπολίτη Δράμας Αγαθάγγελο και υπηρέτησε σαν δάσκαλος σε Βουλγαρόφωνα χωριά κατά την περίοδο 1910 – 1913, με κίνδυνο της ζωής του λόγω της Βουλγαρικής προπαγάνδας. Φοίτησε στη Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή των Αθηνών και στη συνέχεια στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ’ όπου αποφοίτησε το 1922. Μετά την εισαγωγή του Νέου Ημερολογίου διετέλεσε Ιεροκήρυκας της Μητροπόλεως Φωκίδος, Πρωθιερεύς του Πανελληνίου Ιδρύματος Τήνου και καθηγητής σε διάφορα Γυμνάσια και την Παιδαγωγική Ακαδημία Φλωρίνης. Σε όλη του την ζωή  ανέπτυξε μεγάλη εθνική, πατριωτική και πνευματική δραστηριότητα, διαρκώς όμως είχε έλεγχο συνειδήσεως για το ημερολογιακό ζήτημα, οπότε μελετήσας ενδελεχώς το θέμα προσχώρησε στην Γνήσια Ορθόδοξο Εκκλησία της Ελλάδος (1957). Το ίδιο έτος «η Εκκλησία εκτιμήσασα την λαμπράν μόρφωσίν του, το χρηστόν ήθος του και την πνευματικήν του ανωτερότητα, ως και την εθνικήν αυτού, κοινωνικήν καί φιλανθρωπικήν δραστηριότητα, τον ανέδειξε Μητροπολίτην τῆς πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Μητροπόλεως Τήνου, εκεί δηλαδή ένθα επί πολύν χρόνον υπηρέτησε κατά το παρελθόν» («Κ.Γ.Ο.» τ. 1981, σελ. 160). Χειροτονήθηκε Επίσκοπος την 8η Νοεμβρίου 1957, στην ιστορική κατακόμβη του Αγίου Μηνά, της Ι. Μ. Παναγίας Κερατέας, από τον τότε Πρόεδρο της Ιεράς Συνόδου Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Δημήτριο (+ 1976) και μέλη της Ιεράς Συνόδου. 
Το επόμενο έτος 1958 αναδείχθηκε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, σε διαδοχή του Αρχιεπισκόπου Ματθαίου Α’ (+ 1950). Η εκλογή του έγινε την 18. 3. 1958 στον Ι. Ν. Αγίας Τριάδος Κάτω Ηλιουπόλεως Αθηνών, ναό πού χρησιμοποίησε έκτοτε σαν έδρα του, με διαμονή του ένα πτωχό κελλί!
Η ανάρρησή του στον Αποστολικό Θρόνο των Αθηνών θορύβησε την Νεοημ. Εκκλησία της Ελλάδος, η οποία αμέσως κίνησε διωγμό εναντίον του. Αρχικά επιδιώχθηκε να επιστρέψει στην Νεοημερολογητική Εκκλησία, αλλά ο μακαριστός έμεινε σταθερός στην ομολογία του.
Το 1961 σύρθηκε στο Τμήμα Μεταγωγών Πειραιώς με «κλούβα» και διπλή φρουρά και κλείστηκε στο κρατητήριο μαζί με κακοποιούς του κοινού ποινικού δικαίου, για να μεταφερθεί εξόριστος στη Μονή Στροφάδων. Τον αγαθό Ιεράρχη έσωσε τότε από την εξορία ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Πειραιώς Σλάνταβος, ο οποίος αποφάνθηκε ότι ήταν βαρύτατα ασθενής και έπρεπε να εισαχθεί σε νοσοκομείο. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε με αστυνομική συνοδεία σε κλινική του Χαλανδρίου, όπου νοσηλεύθηκε για αρκετό διάστημα φρουρούμενος για να μην δραπετεύσει!
Κατά την Αρχιερατεία του έλαβαν χώρα σημαντικά γεγονότα της ιστορίας της Γνήσιας Ορθοδόξου Εκκλησίας, όπως ο Καθαγιασμός Αγίου Μύρου (1958), η μεγάλη Κληρικολαϊκή Σύναξις (1958), ο Αφορισμός του Χιλιασμού (1963) και η καταδίκη του λεγομένου Διαλόγου μετά του Παπισμού (1964).
Κοιμήθηκε ειρηνικά την 21η Απριλίου 1967, Τετάρτη της Διακαινησίμου, μετά από πολύμηνη ασθένεια. Ενταφιάστηκε στο Κοιμητήριο των Αρχιερέων, στο Παρεκκλήσιο του Αγίου Μόδεστου της Ι. Μονής Παναγίας Κερατέας. Η νεκρώσιμη ακολουθία τελέστηκε προεξάρχοντος του πρώην Μητροπολίτου Πατρών Ανδρέου, συμπαραστατουμένου από μέλη της Ιεράς Συνόδου και εικοσιπέντε Κληρικών. Τον επικήδειο λόγο εκφώνησε ο Πρωτοσύγκελλος Πρωθιερεύς Ευγένιος Τόμπρος.


Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος ΑΝΔΡΕΑΣ (1967- 1995)

Archbishop of Athens and all Hellas ANDREW

Ο πρώην Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ανδρέας (κατά κόσμον Δημήτριος Ανέστης)  γεννήθηκε το 1915 στην Κόλακα Αταλάντης από γονείς ευσεβείς. Μετά τα εγκύκλια γράμματα, ασχολήθηκε με αγροτικές εργασίες μέχρι την ηλικία των 23 ετών οπότε και μόνασε στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως Κερατέας Αττικής υπό τον Επίσκοπο Βρεσθένης άγιο Ματθαίο. Το 1940 χειροτονήθηκε Ιεροδιάκονος με το όνομα Βασίλειος. Κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο υποχρεώθηκε σε στράτευση, μαζί με άλλους 60 πατέρες από τους συνολικά 170 μοναχούς της Μονής, υπηρετώντας χωρίς όπλο στις μεταφορές του στρατού. Μετά την κατάρρευση του Μετώπου 1941 επέστρεψε στην Μετάνοια του. Το 1941 χειροτονήθηκε Ιερομόναχος στο ιστορικό παρεκκλήσιο της Αγίας Τριάδος της Ιεράς Μονής Παναγίας Πευκοβουνογιάτρισσας Κερατέας, μετονομασθείς σε Αθανάσιο.  Εξυπηρέτησε, με έδρα την μονή του, πολλές  ενορίες της Εκκλησίας  σε Θήβα, Λάρισα και κυρίως στην Πελοπόννησο πολλές φορές με κίνδυνο της ζωής του λόγω της Κατοχής και αργότερα του εμφυλίου πολέμου.  Πνευματικός χειροθετήθηκε το επόμενο έτος. Το 1948, κατά την ιστορική ανασυγκρότηση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. Ελλάδος, χειροτονήθηκε Επίσκοπος Πατρών υπό του Επισκόπου Βρεσθένης αγίου Ματθαίου και του Επισκόπου Τριμυθούντος (Γ.Ο.Χ. Κύπρου) κυρού Σπυρίδωνος. Στον μεγάλο διωγμό του Νεοημερολογιτισμού κατά των Γνησίων Ορθοδόξων φυλακίσθηκε για την ορθόδοξη ομολογία του για 10 μήνες. Μετά την αποφυλάκιση του συνέχισε την διαποίμανση της Μητροπόλεως Πατρών και την εξυπηρέτηση της ιστορικής Μονής Παναγίας Κερατέας μετά των διορισμένων, εκ της Ιεράς Συνόδου, εφημερίων. Συμμετείχε στην εκλογή ως Αρχιεπισκόπων Αθηνών των αοιδίμων Ματθαίου και Αγαθαγγέλου. Έλαβε μέρος σε ιστορικές στιγμές της Εκκλησίας όπως  στον Καθαγιασμό Αγίου Μύρου το 1958 και στην Κληρικολαϊκή Σύναξη του 1959. Επίσης στον Αφορισμό της Μασονίας το 1949 και στον Αφορισμό του Χιλιασμού το 1963. Έλαβε μέρος στην Έκτατη Σύναξη του Ιερού Κλήρου κατά του λεγόμενου "Διαλόγου" των Καινοτόμων με τους Παπικούς το 1964. Το 1967, μετά την κοίμηση του αοίδιμου Αρχιεπισκόπου Αγαθαγγέλου , ανέλαβε την Προεδρεία της Ιεράς Συνόδου και την Τοποτηρητεία της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, κατόπιν Συνοδικής αποφάσεως. Το 1971 έγινε η ένωση με την Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία της Διασποράς κατόπιν αποδοχής της Συνοδικής Ομολογίας μας και η αναγνώριση των επισκοπικών χειροτονιών του 1948.  Το 1972 αναδείχτηκε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος και κατόπιν πραγματοποιήθηκε η ανασυγκρότηση της Ιεράς Συνόδου με νέες χειροτονίες Αρχιερέων το 1973. Ο Αρχιεπίσκοπος Ανδρέας εγκαινίασε δεκάδες ιερούς Ναούς στην Ελλάδα και το εξωτερικό ενώ χειροτόνησε περίπου 70 κληρικούς. Πραγματοποίησε πολλές ποιμαντικές περιοδείες σε Ελλάδα, στην Εκκλησία της Κύπρου και στο εξωτερικό.  Πολλοί Ναοί ανακαινίστηκαν και ανεγέρθηκαν εκκλησιαστικά ιδρύματα με τον οβολό των Ορθοδόξων πιστών. Σημαντικότερη ήταν η συμβολή του στην οργάνωση διαφόρων τομέων της Λειτουργικής ζωής, της Νομικής εκπροσώπησης, Ιερατικών Συνάξεων, Εκκλησιαστικών Κατασκηνώσεων, Συνάξεων κατηχητών και Νέων, δημοσίων τοποθετήσεων για σπουδαία ζητήματα  κ.α. Ο πρώην Αρχιεπίσκοπος Ανδρέας αγαπήθηκε πολύ από το ορθόδοξο ποίμνιο αλλά το έθλιψε βαθύτατα με την στήριξη του στο μηχανισμό των Νεοεικονομάχων κληρικών και λαϊκών που διέλυσαν την ενότητα του ποιμνίου της Εκκλησίας με τις αιρετικές τους δοξασίες κατά πολλών ιερών εικόνων (Αγία Τριάδα κ.α.). Μελάνες σελίδες κατά το 1991-1995 σκιάζουν την πολυετή αρχιερατική του πορεία. Προέβη, με ενορχήστρωση του αιρετικού και ιδιοτελούς περιβάλλοντος σε πολλές αντικανονικές πράξεις και στην κατάλυση του Συνοδικού Θεσμού. Τον Μάιου του 1995 η πλειοψηφία των Αρχιερέων, υπό τον Πρώτο της Ιεραρχίας των Μητροπολιτών, εξαναγκάστηκε να θέσει σε προσωρινή Αργία τον Αρχιεπίσκοπο ώστε να συνέλθει, μετά από πολλούς μήνες, η Ιερά Σύνοδος και αντιμετωπιστεί ο σάλος της Νεοεικονομαχίας στην Εκκλησία. Αντί όμως ο Αρχιεπίσκοπος Ανδρέας να προστρέξει και να διαφυλάξει την ενότητα της Εκκλησίας και να παύσουν τα σκάνδαλα, χειροτόνησε (με δύο άλλους Επισκόπους) αντικανονικώς και παρανόμους νέους  "επισκόπους" χωρίς σχετική απόφαση της Ιεράς Συνόδου και στην απέλπιδα προσπάθεια του ιδιοτελούς περιβάλλοντος του να "κερδίσει" την πλειοψηφία της Ιεραρχίας. Κατόπιν, προσκαλούσαν τους Κανονικούς Αρχιερείς "ως εισέτι αδελφούς" να ενωθούν! Η Ιερά Σύνοδος των Κανονικών Επισκόπων συνήλθε, υπό την Προεδρεία του πολιού Μητροπολίτη Μεσσηνίας κυρού Γρηγορίου και επέβαλλε την καθαίρεση του Αρχιεπισκόπου Ανδρέα των πραξικοπηματιών "επισκόπων" ενώ το 1997 αναθεματίστηκαν για τις κακοδοξίες τους. Έτσι παγιώθηκε το σχίσμα, το οποίο δεν ακολούθησε η πλειοψηφία των Γνησίων Ορθοδόξων. Ο πρώην Αρχιεπίσκοπος Ανδρέας κατάντησε ανδρείκελο και υποχείριο των αλλησπαρασόμενων εικονομαχικών φατριών που προσπαθούσαν να επιβάλουν την γνώμη τους και να οικειοποιηθούν την περιουσία της Εκκλησίας. Το 2003, ο πρ. Αρχιεπίσκοπος Ανδρέας υποχρεώθηκε σε παραίτηση από την "Σύνοδο" του για να παραδώσει την θέση του στον πρώην Επίσκοπο Πειραιώς Νικόλαο, ο οποίος παρέμεινε στην παράταξη του με αυτό το μελλοντικό αντάλλαγμα. Στην παραίτηση του οδήγησαν και οι τύψεις του για το σχίσμα λόγω των εικόνων, όπως το ίδιο το περιβάλλον του ομολόγησε. Το 2005, απεβίωσε σε ηλικία 90 ετών και ετάφη στο Παρεκκλήσιο του Αγίου Μοδέστου Κερατέας.

Ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας κυρός ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ (1995- +2009)

Metropolitan of Messenia GREGORY

Ο αοίδιμος Μητροπολίτης Μεσσηνίας κυρος ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ (κατά κόσμον Γεώργιος Ρούσσης) γεννήθηκε το 1923 στον Πειραιά, έλκων την καταγωγή εκ Δωδεκανήσου. Απο τα παιδικά του χρόνια εργαζόταν για την επιβίωση του ενώ αργότερα σπούδαζε σε νυκτερινό τμήμα της Εμπορικής Σχολής Πειραιά. Έπειτα φοίτησε σε σχολές Δημοσιογραφίας και Αγιογραφίας. Σε νεαρή ηλικία εγκατέλειψε τα εγκόσμια και εισήχθη στην ιστορική Ιερά Δεσποτική Μονή της Μεταμορφώσεως του Κυρίου Κουβαράς, έχοντας ως συνασκητή του τον μετέπειτα αοίδιμο Μητροπολίτη Θηβών και Λεβαδείας Αβράμιο Μπαλτσάκη (+2005) και αργότερα χειροτονήθηκε Διάκονος και Ιερομόναχος υπό του τότε Άγιου Βρεσθένης και μετέπειτα Αρχιεπισκόπου Αθηνών Ματθαίου. Ο Μακαριστός Πρωθιεράρχης έλεγε ότι από την στιγμή που τον κάλεσε ο Άγιος Ματθαίος (ο αοίδιμος τιμούσε ιδιαίτερα τον Άγιο Ομολογητή Ματθαίο του οποίου υπήρξε και διάδοχος στον Αρχιεπισκοπικό Θρόνο) να ενταχθεί στο κλήρο, αισθανόταν μία φλόγα και αγάπη για την Εκκλησία του Χριστού, χωρίς να ενδιαφέρεται πλέον για τα εγκόσμια ακόμα και τους γονείς του. Τη Παρασκευή του Ακαθίστου 1958 χειροτονήθηκε, στο Ιερό Παρεκκλήσιο των Αγίων 99 Οσίων της Κρήτης, της Μονής της Μετανοίας του, Μητροπολίτης Μεσσηνίας υπό των Αγίων Αρχιερέων της Γνησίας Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος και του προέδρου της Ιεράς Συνόδου αοιδίμου Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης κυρού Δημητρίου (+1976). Όταν έφτασε στην Μητρόπολη του, υπήρχε αναστάτωση λογω του δεκαετούς διωγμού των Ορθοδόξων. Ο ίδιος φυλακίστηκε και δικάστηκε αλλά εντέλει δικαιώθηκε πανηγυρικως. Φιλομοναχος αναδιοργάνωσε τα μοναστήρια και ίδρυσε νέα. Η μεγάλη του πιστη, η ασκητικοτητα και η επιμονή του στην διδασκαλία της πνευματικής ζωής των πιστών είχε ως αποτέλεσμα την πνευματική ακμή και πρόοδο της τοπικής Εκκλησίας της Μεσσηνίας. Το 2008 συμπλήρωσε 50 χρόνια θεοφιλούς ποιμαντορίας της Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας, από τα οποία τα 15 ως Αρχιεπίσκοπος των Γ.Ο.Χ. Από το 1995 (μετά την απομάκρυνση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ανδρέου (+2005) από τον Αποστολικό Θρόνο των Αθηνών λόγω της εμπλοκής του στο νεοεικονομαχικό σχίσμα) προήδρευε της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών της Ελλάδος, ως Πρωθιεράρχης, και διατελούσε, Τοποτηρητής της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Ήταν και είναι ένα μεγάλο πνευματικό κεφάλαιο για την Εκκλησία του Χριστού καθώς σε μεγάλες και ιστορικές στιγμές για την Εκκλησία του Χριστού ήταν εκεί, στις χαρές και τις λύπες, κρατώντας ακέραιη και γνήσια την Ορθοδοξία, διατηρώντας, όσο το δυνατόν αλώβητη, την Εκκλησία του Χριστού από τα σκάνδαλα και τα σχίσματα του Διαβόλου, διασώζοντας την Γνήσια Αποστολική Διαδοχή της Εκκλησίας του Χριστού. Δείγμα της Ταπείνωσης που τον διέκρινε, η επί σειρά ετών άρνηση του για ανακήρυξη του ως Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος γιατί «δεν ήθελε τιμές» όπως ταπεινά έλεγε. Δείγμα της Αγάπης του Μεσσηνιακού λαού η κάλυψη της προς Κύριον εκδημίας του από όλα τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης της Μεσσηνίας (και πανελλαδικά) και η προσέλευση όχι μόνο Ορθοδόξων Μεσσήνιων αλλά και Νεοημερολογιτών. Γνωστός υπήρξε για το μεγάλο του και ευρύ συυγγραφικό εργό (στα πλαίσια της κατήχησης των πιστών και της εσωτερικής Ιεραποστολής) καθώς και το εικονογραφικό του ταλέντο στην αγιογραφία. Υπήρξε απλός, ασκητικός και ταπεινός ως απλός μοναχός, τελώντας τα μοναχικά καθήκοντα παρά την γεροντική του ηλικία και τη βεβαρυμένη του υγεία. Οι  τελευταίες του λέξεις ήταν προς τον Διάκονο του η πνευματική του παρακαταθήκη: «ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ! ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ! ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ!» Υπηρξε όντως Αρχιερέας "εις τύπον καιρό τόπον Χριστού".



Ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Θηβών και Λεβαδείας κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ (2009-)

 (κατά κόσμον Χρήστος Τζανής) γεννήθηκε το 1941 στο χωριό Ροπωτό Τρικάλων. Από την νεαρή ηλικία των 18 ετών, ποθώντας τη μοναχική ζωή, εισήλθε ως δόκιμος μοναχός στην ιστορική Ιερά Δεσποτική Μονή της Μεταμορφώσεως του Κυρίου Κουβαράς ενώ αργότερα, ποθώντας την ασκητική ζωή, μετέβη στο Άγιο Όρος. Διάκονος και πρεσβύτερος χειροτονήθηκε το 1970 υπό του Μητροπολίτου Πατρών Ανδρέου στην ιστορική Ιερά Μονή Παναγίας Πευκοβουνογιατρίσσης Κερατέας Αττικής. Στο Άγιο Όρος ασκήτεψε δίπλα στον αυστηρό Γέροντα αείμνηστο μοναχό Κλήμη του Ιερού Κελίου «Η Γέννησις του Χριστού» Κατουνακίων . Το 1995, μετά τη κοίμηση του Γέροντος Κλήμη, ανεδείχθη Γέρων της αδελφότητας του Κελίου. Πολλές φορές η Ιερά Σύνοδος τον εξέλεξε για το βαθμό του επισκόπου, χωρίς να δεχτεί το αξίωμα της Αρχιεροσύνης, ώσπου εν τέλει, και μετά από τις πιέσεις των Αγίων Αρχιερέων, χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Θηβών και Λεβαδείας στις 24 Φεβρουαρίου 2005 υπό του αοιδίμου Μητροπολίτου Μεσσηνίας κ. Γρηγορίου και των λοιπών Αρχιερέων της Ιεράς Συνόδου. Μετά τη κοίμηση του Αγίου Πρωθιεράρχου Γρηγορίου τυγχάνει Τοποτηρητής της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών και πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου της Γνησίας Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος. Ονομαστήρια: 14 Νοεμβρίου, Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.


+*+*+*+

Metropolitan of Thebes and Levadia CHRYSOSTOMOS

His Eminence, Metropolitan of Thebes and Levadia CHRYSOSTOM (name in world; Christos Tzanis) was born in 1941 in the village Ropoto in Trikala. From the early age of 18, he craved to live monastic life so he entered as a novice monk in masterful historical Holy Monastery of the Transfiguration of the Lord in Keratea-Attica and later as he craved the ascetic life, he went to Holy Mount Athos. He was ordained deacon and priest (Hieromonk) in 1970 by Metropolitan of Patra Andrew in the historic Monastery of Panagia Pefkovounogiatrissa in Keratea-Attica. In Holy Mount Athos he lived strange and ascetic next to the late Elder strict monk Clement of the Sacred Cell "The Nativity of Christ”in Katounakia. In 1995, after the repose of Elder Clement, He was emerged Elder of the Brotherhood of the holy cell. Many times the Holy Synod elected him to the rank of bishop, but he was not accepting this beause of his great humality, until finally, after of big pressure from the Hierarches, he was ordained Bishop of Thebes and Levadia on February 24 in 2005 under the Late St. Metropolitan of Messinia Gregory and the other Bishops of the Holy Synod. After the repose of St. First- Hierarch Gregory, His eminence Metopolitan Chrysostom is Locum tenens of Holy Archdiocese of Athens and all Hellas and President of the Holy Synod of the Genuine Orthodox Church of Greece. Holy Nameday: November 14, St. John Chrysostom, Patriarch of Konstantinople.


ΟΙ ΠΡΩΘΙΕΡΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ


 Ο Μητροπολίτης Τριμυθούντος και πάσης Κύπρου κυρός ΣΠΥΡΙΔΩΝ (1948- + 1963)

Metropolitan of Trimithous and all Cyprus SPYRIDON

Κατά κόσμον Γεώργιος Πάσιος, γεννήθηκε το 1888 στη Ζέλιτσα (Κυδωνία) Αιτολοακαρνανίας, όπου διδάχτηκε τα εγκύκλια γράμματα από τους ευλαβέστατους γονείς του Σπυρίδωνα Πάσιο και Μαρία(το γένος Νασιοπούλου), ανατράφηκε κατά το Αποστολικό  «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου» και γεννήθηκε μέσα του ο πόθος της μοναχικής αφιερώσεως. Έτσι το 1907 σε ηλικία μόλις 19 ετών πήγε στο Άγιο Όρος και εντάχθηκε στην αδελφότητα της Ιεράς Μονής Ξενοφώντος. Μετά από 14 χρόνια δοκιμασίας δέχθηκε το Μεγάλο και Αγγελικό Σχήμα με το όνομα Γεδεών, μάλιστα για την αρετή του αναδείχθηκε και Ηγούμενος της ιστορικής Μονής ηγουμενεύσας επί τριετία.  Το 1924 το μνημόσυνο του καινοτόμου Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως τον ανάγκασε να αποχωρήσει απο την Μονή, μετά από 17 χρόνια διακονίας και ασκήσεως και να εγκαταβιώσει στα Καυσοκαλύβια όπου έζησε ερημιτικά  και υσηχαστικά για τρία χρόνια. Στην συνέχεια και για μια 7ετία έζησε ερημιτικά στο ασκητήριο του Οσίου Πέτρου του Αθωνίτου, στην έρημο του Αγίου Βασιλείου με πολλές δυσκολίες, σε τόπο σκληρό και αφιλόξενο. 
Η αρετή και η συνέπειά του προς την Ομολογία της Γνήσιας Ορθοδοξίας τον έκαναν ευρύτατα γνωστό μεταξύ των Ζηλωτών Αγιορειτών Πατέρων του Άθωνα αλλά και στους αγωνιζόμενους στον κόσμο και έτσι το 1934 ο Ιερομόναχος και έπειτα Επίσκοπος Βρεσθένης και αργότερα Αρχιεπίσκοπος   Αθηνών Ματθαίος (+1950) τον κάλεσε κοντά του για να ενισχύσει τον υπέρ της Γνήσιας Ορθοδοξίας Αγώνα.Ο μοναχός Γεδεών υπάκουσε στην πρόσκληση αυτή και εντάχθηκε στην αδελφότητα της νεοσύστατης(1934) ανδρικής Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Κουβαρά, όπου ηγουμένευσε επί τριετία ως δεύτερος Ηγούμενος της ιστορικής Μονής μετά τον Λάκωνα Αρχιμανδρίτη Βίκτωρα Μπουλούκο (+1941).  Το 1948 , κατα την πρώτη ανασυγκρότηση της Ιεράς Συνόδου της Γνήσιας Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος από τον Επίσκοπο Ματθαίο «ψήφω κλήρου και λαού» ο μοναχός Γεδεών εξελέγη Επίσκοπος Τριμυθούντος για την Εκκλησία της Κύπρου. Χειροτονήθηκε Επίσκοπος υπό μόνου του Επισκόπου Βρεσθένης Ματθαίου καθ υπέρβασιν του σχετικού Κανόνος «δια το εμπερίστατον της Εκκλησίας» την 1η Σεπτεμβρίου 1948 στο Παρεκκλήσιο του Προφ. Ηλίου της Ι.Μ. Μεταμορφώσεως και έλαβε το όνομα Σπυρίδων , προς τιμήν του Αγίου Προκατόχου του στην Επισκοπική Έδρα Αγ. Σπυρίωνος.
Μετά την χειροτονία του ο Επίσκοπος Σπυρίδων πήγε στήν Κύπρο και εργάστηκε με ιδιαίτερο ζήλο και αυταπάρνηση για την διάδοση της Γνησίας Ορθοδόξου Ομολογίας και την οργάνωση της τοπικής Εκκλησίας. Χειροτόνησε 10 νέους κληρικούς, ίδρυσε μονές, εγκαινίασε Ναούς, κήρυττε, νουθετούσε, εξομολογούσε, αγρυπνούσε και κατάρτιζε το ποίμνιό του.
Η Εκκλησιαστική δραστηριότητα και η παρρησία του, τόσο απέναντι στη Νεοημ. Εκκλησία της Κύπρου, όσο και απέναντι στις Αγγλικές Αρχές κατοχής, είχε σαν αποτέλεσμα να απελαθεί από την Μεγαλόνησο και να επιστρέψει αναγκαστικά στην Ελλάδα, όπου όμως αντιμετώπισε τον μεγάλο διωγμό του καινοτόμου Αρχιεπ. Σπυρίδωνος Βλάχου (1951 – 1956).
Η σφοδρότητα του διωγμού υποχρέωσε τον Ιεράρχη να εγκαταβιώσει σε ένα ησυχαστήριο της περιοχής Κερατέας, με διακονητή τόν Μοναχό Πανάρετο. Εκεί κοιμήθηκε ειρηνικά την 18η Φεβρουαρίου 1963, σε ηλικία 75 ετών.
Η κηδεία του τελέστηκε στην Ι. Μ. Παναγίας Κερατέας την 20η Φεβρουαρίου, μετά από κατανυκτική αγρυπνία, χοροστατούντος του Μακ. Αρχιεπισκόπου Αθηνών Αγαθαγγέλου, συμπαραστατουμένου από μέλη της Ιεράς Συνόδου και όλους σχεδόν τούς Κληρικούς της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ελλάδος. Ενταφιάστηκε πίσω από το Καθολικό της Ι. Μ. Μεταμ. Σωτήρος Κουβαρά, της οποίας είχε διατελέσει Ηγούμενος.




Ο Μητροπολίτης Κιτίου και Έξαρχος Πάσης Κύπρου ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ

Metroolitan of Citium and all Cyprus EPIPHANIOS

Ὁ Ἐπίσκοπος Ἐπιφάνιος (κατά κόσμον Παναγιώτης Παναγιώτου) ἐγεννήθη τήν 19ην Σεπτεμβρίου 1920 εἰς τήν Ἀραδίππου Λάρνακος ἀπό εὐσεβεῖς γονεῖς τόν Στυλιανόν καί τήν Ἐλένην, ἄκρως πτωχῶν καί μή δυναμένων νά τοῦ ἐξασφαλίσουν μίαν ἀρτίαν κατά κόσμον ἐγκυκλοπαιδικήν παιδείαν. Eπιζητῶν τήν ἐπαφήν εὐλαβῶν πεπειραμένων ἀνθρώπων δυναμένων νά στηρίξουν αὐτόν εἰς τήν ὁδόν τοῦ Κυρίου, ἤδη ἀπό ἡλικίας τῶν δεκαέξι ἐτῶν αἰσθάνεται τήν καρδίαν του τετρωμένην ὑπό θείου ἔρωτος. Τό 1938 δεκαοκταετής πλέον ἐντάσσεται εἰς τήν Ἱεράν Μονήν Σταυροβουνίου ὡς δόκιμος μοναχός. Ἐκεῖ ὑπό τήν ἐπίβλεψη τῶν πνευματικῶν του πατέρων Κυπριανοῦ καί Νικάνδρου, ἔμαθε τάς βασικάς ἀρχάς τοῦ ὀρθοδόξου Μοναχισμοῦ. Ὅταν ὁ νεαρός δόκιμος Ἐπιφάνιος ἀντελήφθη τό θέμα τῆς ἀλλαγῆς τοῦ ἑορτολογίου, καίτοι ὑπερ ηγάπα τούς πνευματικούς του, ἠναγκάσθη νά διακόψη τήν μετ' αὐτῶν κοινωνίαν ἐν τῇ προσευχῇ καί νά παρακολουθῇ τάς ἀκολουθίας μετ' ἄλλων ὁλίγων μοναχῶν καί δοκίμων, κατά τό πάτριον ὀρθόδοξον ἑορτολόγιον. Πλήν ἔκαμε τοῦτο μέ πόνον ψυχῆς καί οὐδέποτε ἐχρησιμοποίησε τοῦτο διά νά δικαιολογήση οἱανδήποτε ἀπείθειαν πρός τούς προεστώτας του. Τουναντίον, κατά τάς ἀργίας πού ἐπροβλέποντο κατά τό πάτριον, ἐκεῖνος ἠργάζετο μετά τῶν λοιπῶν ἀδελφῶν διά νά μή θέση σκάνδαλον καί δημιουργήση ὑποψίαν φυγοπονίας. Ἀπό πρόσφυγας πού ἦλθον ἐξ Ἑλλάδος, ἕνεκα τοῦ πολέμου, ἐπληροφορῇ ὅτι ὑπῆρχαν καί ἄλλοι "Παλαιοημερολογῖται" ἐν Ἑλλάδι με ἕξι Ἀρχιερεῖς ἐπικεφαλῆς τῶν, ἀγωνιζόμενοι τόν καλόν Ἀγῶνα. Ἤρχισαν μετ' αὐτῶν ἀλληλογραφίαν καί ἐζήτησαν ἀπό τόν μακαρίας μνήμης τότε ἐπίσκοπον Βρεσθένης Ματθαῖον πνευματικήν βοήθειαν. Ἐπεσκέφθη τήν Ἑλλάδα καί παρέμεινε ἐπί τεσσαράκοντα ἡμέρας εἰς τήν Ἀνδρώαν Ἱεράν Μονήν Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Κουβαρᾶ. Ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος προέβη στήν κουράν του ὡς ρασοφόρου τήν 20ην ‘Ιουλίου 1946 καί μετ’ ὁλίγας ἡμέρας, τήν 15ην Αὐγούστου ἠξίωσεν αὐτόν τοῦ Ἀγγελικοῦ σχήματος μετονομάσας αὐτόν εἰς Ἐπιφάνιον. Στήν συνέχεια ἐπέστρεψε στήν Κύπρο ὁ Μοναχός πλέον Ἐπιφάνιος μέ τήν ἔφεσιν ὅπως ἐγείρη Μοναστήρι στό ὄνομα καί πρός τιμήν τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος. Ἐνῶ εὑρίσκετο στήν Ἑλλάδα τόν Σεπτέμβριο τοῦ ἔτους 1955 ἐχειροτονήθη Διάκονος καί Πρεσβύτερος τόν Ὀκτώβριο τοῦ ἰδίου ἔτους ὑπό τοῦ τότε Κορινθίας Καλλίστου εἰς τήν Ἱεράν Μονήν Ἁγίων Ταξιαρχῶν Ἀθικίων Κορινθίας. Ἐν συνεχείᾳ τόν Νοέμβριο προεχειρίσθη εἰς Ἀρχιμανδρίτην καί ἐντολῇ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἀνέλαβε καθήκοντα Ἀρχιερατικοῦ Ἑπιτρόπου εἰς τήν Κύπρο. Τέλος, εὑρισκόμενος δι' ἄλλην μίαν φοράν στήν Ἑλλάδα, ἡ Ἱερά Σύνοδος, τοῦ ἀνακοίνωσε ὅτι τόν ἐψήφισαν Ἐπίσκοπον Κύπρου. Η εἰς ἐπίσκοπον χειροτονίαν του ἔλαβεν χώραν τήν 23ην Ὀκτωβρίου 1956 εἰς τήν Ἱεράν Μονήν Ἁγίων Ταξιαρχῶν Ἀθικίων Κορινθίας ὑπό τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Ἀνδρέου καί τῶν Μητροπολιτῶν Τρίκκης καί Σταγῶν κυρού Βησσαρίωνος καί Κορινθίας Καλλίστου. Ὀ Μητροπολίτης Επιφάνιος διετέλεσε Τοποτηρητής καί θεμελιωτῆς τῶν Ἑνοριῶν τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Γ.Ο.Χ. Αὐστραλίας, τῆς Ἀγγλίας καί Ἑνοριῶν τῆς Ἁφρικανικῆς γῆς.  Χειροτόνησε Ἱερεῖς καί ἐγκαινίασε πολλούς Ναούς στήν Κύπρο. Δυστυχώς, ακολούθησε το Ανδρεϊκό σχίσμα των Νεοεικονομάχων το 1995 και απεβίωσε εκτός της Εκκλησιαστικής κοινωνίας το 2005.